Ασυνάρτητο μανιφέστο ή ο λειψός ήρωάς μου

του Τάσου Θεοφιλογιαννάκου

24/9/2009

Άκουσα μια μέρα τον λειψό ήρωά μου, που φαντάζεται ότι είναι ποιητής, να κηρύσσει το δικό του προσωπικό μανιφέστο με στόμφο, στην πλατεία Κοτζιά, ανάμεσα σε αλλοδαπούς και περιστέρια, κάτω από την εποπτεία του αναξιόπιστου χειμωνιάτικου ηλιακού οφθαλμού, που έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα, ενώ το γνωστό παγερό υγρό αεράκι έκανε αφανώς και επίμονα τη δική του διαβρωτική και βασανιστική εργασία ..και ας ήταν από όλους μας λησμονημένο.

«Αν ζητάς ανεμελιά» φώναζε με αδικαιολόγητη ένταση «στάσου περισσότερο στο παιχνίδι των παιδιών. Παραδέχομαι ότι τα παιδιά μας σταματούν γρήγορα να παίζουν. Ας μη σταθεί πολύ ο νους σου σε ό,τι αποπνέει δροσιά και ευθυμία. Μη βιαστείς να χαρακτηρίσεις με επίθετα φωτός πρόσωπα γυμνωμένα – κρυμμένα από την αγάπη και τη θυσία. Mην πολιτογραφηθείς εδώ. Θα πάμε εκδρομή στα βουνά, θα ξεχυθούμε σε μπαλκόνια χαραδρών. Θα αγναντέψουμε κεχηνότα στόματα κρατήρων. Θα αφεθούμε στην έλξη του πόνου ανιχνεύοντας τον πυρήνα της γης. Θα πιούμε τη θάλασσα πριν νυχτώσει. Πυρετός και βάσανα δε θα μας κρατήσουν στο κρεβάτι. Γιατί αναγνωρίζουμε ότι εμείς αποτελούμε το ερωτηματικό του κόσμου. Ανάγκη μόνη να απαντηθούμε και να αγκαλιαστούμε. Απορρίπτουμε λοιπόν όλες τις ιδεολογίες και όλες τις θρησκείες παλιννοστώντας στην αληθινή μας φύση, την ποίηση, με λόγο που είναι ψηλαφητό σώμα, ζωντανός άρτος και αίμα, εκείνου του σώματος – της απίθανης πραγμάτωσης του ονείρου κάθε παιδιού – που πέθανε, ενταφιάστηκε και αναστήθηκε. Η καθολική σιωπή στο αίνιγμά μας πλαταίνει και βαθαίνει τα ρήγματα των ωδινών μας. Δε διαχωρίζουμε ταξικά τους ανθρώπους, κρινόμαστε αμείλικτα από το ασύγκριτο μεγαλείο των έσχατων και εξουθενωμένων. Προχωρούμε σέρνοντας το αλέτρι που οργώνει τα αυλάκια της απορίας του κόσμου και σπέρνουμε παράθυρα ουρανού. Και ελπίδας. Η αδελφή του Μεγαλέξανδρου δεν αποδέχεται το θάνατό του. Εμείς όμως γνωρίζουμε ότι τελείωσε η διαδρομή του πλάι στον Ευφράτη ποταμό».

Στο μεταξύ, ο  ήρωάς  μου  δεν  πτοούνταν  ούτε από τους εμπαιγμούς ορισμένων περαστικών, ούτε από την κατά κανόνα ομοιόμορφη αδιαφορία των χαμηλωμένων κεφαλών που τον  προσπερνούσαν.  Συνέχισε  τα  ηχηρά  του   λογοκοπήματα   ανερυθρίαστα,   ώσπου   σε   κάποιο  σημείο,  εντελώς

αναπάντεχα, σταμάτησε να μιλά, στράφηκε σε εμένα που τον παρατηρούσα από ώρα, με πλησίασε και μου επέδωσε, με επισημότητα, ανά χείρας μία σελίδα τσαλακωμένη με δυσανάγνωστα γράμματα. «Αυτή είναι η κόπια της ταυτότητάς μου» μου είπε «κράτησέ την.. για να ξέρεις ποιος είμαι!». Κράτησα το χαρτί σαστισμένος για λίγο, του έριξα μια γρήγορη ματιά και κατάλαβα ότι αναφερόταν στην προσωπική του ερωτική περιπέτεια που τον είχε οδηγήσει στο γάμο του. «Δε μπορώ να το κρατήσω» του αντέτεινα και του το επέστρεψα με μιαν απλή κίνηση στην οποία άμεσα ανταποκρίθηκε. Με κάρφωσε, ωστόσο, προς στιγμήν με τα μάτια του και πρόσεξα ότι είχε βουρκώσει από κάποια μορφή συγκίνησης, μολονότι δεν ήταν καθόλου μεθυσμένος. Με εξέπληξε όμως και πάλι, γιατί αναφώνησε ξαφνικά με απρόσμενη αυτοπεποίθηση (γυρνώντας μου σχεδόν την πλάτη):

«Καταλήγοντας, λοιπόν, διαπιστώνω ότι δεν είμαι σε θέση να δώσω στον αναγνώστη – ακροατή μου κείμενο χρηστικό. Αντιπαθώ τη διττή στείρα σχέση αναγνώστη-συγγραφέα». Και αυτές ήταν οι τελευταίες κουβέντες που είπε προτού τον πλησιάσουν οι αστυνομικοί και τον απομακρύνουν.

Πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι η οικογένειά του αυξήθηκε συν τω χρόνω και τώρα ο ήρωάς μου υπόσχεται ότι θα οικοδομήσει ιδιόκτητη οικία για να τους στεγάσει  «άνετα όλους» – αψηφώντας ωστόσο τη δυσχερή οικονομική του θέση. Επιπλέον ανακοίνωσε στη μικρή οικογενειακή του σύναξη ότι δε θέλει να σπαταλά τις χρυσές στιγμές τους και θα παύσει να μουτζουρώνει με μελάνι το στόχο της αποθησαυρισμένης στον ουρανό ευτυχίας του κοινού σώματός τους. Άραγε είναι τραγικό πρόσωπο όταν ομολογεί βροντερά ότι αγαπά «την πλέξη εκείνη των δύο εραστών που μοιάζει με προετοιμασία, οικία και περίφραξη ασημόφυλλης ελιάς ή κυπαρισσιού ή ελάτου» ή όταν σαν αλαφροΐσκιωτος  διαλαλεί ότι ένα «παιδί γεννήθηκε, ξεπήδησε δίπλα στο τζάκι που τριζοβολούσε. Το ποτίσαμε με αίμα και γάλα και τώρα τρέχει τρελά, ξεφεύγει ανάμεσά μας και μας πληρώνει αναίτια με απροσδόκητη χαρά, μας χορταίνει με ουρανό. Κείμενο είναι αυτό; Παιδί είναι αυτό; Ποιος είναι και τίνος είναι;»

Σε τι ή σε ποιόν αναφέρεται, λοιπόν, παίζοντας με τερατώδη καύχηση το ρόλο της Σφίγγας; Μήπως ανιχνεύει την οδό της συντριβής και της μετανοίας; Δυστυχώς τα λόγια του ήρωά μου δεν είναι, προς το παρόν, τίποτα περισσότερο από φλυαρίες..


Advertisements
This entry was posted in Εκφορές and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s