Οταν η τύχη σκαρώνει άσχημα «παιχνίδια»

Η Καθημερινή (6/11/10)

της Μαρίλης Mαργωμένου

Το Σάββατο το βράδυ είχε πολύ κρύο. Από αυτά τα βράδια, που βλέπεις τους εργάτες στα απορριμματοφόρα, και σκέφτεσαι πως θα βρίζουν την τύχη τους. Ο Βαγγέλης και ο Τριαντάφυλλος είχαν βάρδια ξημερώματα Κυριακής. Αλλά είναι πολύ παλιοί στη δουλειά για να τους ενοχλεί το κρύο. Ο Τριαντάφυλλος είναι 25 χρόνια στον δήμο. Ο Βαγγέλης, ακόμα πιο παλιός: 30 χρόνια στη δουλειά. Πέρυσι θα έπαιρνε σύνταξη, αλλά επειδή είναι άνθρωπος εργατικός, του ζήτησαν να μείνει ώς τα Χριστούγεννα να βοηθήσει, κι αυτός δεν έφερε αντίρρηση. Τα ξημερώματα της Κυριακής, δύο μήνες πριν από τη σύνταξη του Βαγγέλη, και 25 χρόνια μετά την πρώτη βάρδια του Τριαντάφυλλου, ανέβηκαν οι δυο τους στη σκουπιδιάρα. Και η βόλτα ξεκίνησε.

Κάδοι και κάδοι

Μερικά πράγματα δεν τα σκέφτεσαι αν δεν σε αναγκάσει η ζωή να τα σκεφτείς. Μόνο ένας άστεγος μπορεί να σου εξηγήσει γιατί ένας κάδος είναι καλύτερος από έναν άλλο κάδο. Στον Ταύρο, απ’ την Πέτρου Ράλλη ώς τη λεωφόρο Ειρήνης δεν έχει σπίτια, μόνο βιοτεχνίες και εργοστάσια. Που θα πει πως στους κάδους έχει καδρόνια και μπάζα, όχι φαγητό και χαρτόκουτα. Αλλά στη γωνιά της λεωφόρου Ειρήνης υπάρχει ένα ψητοπωλείο, το «Ταχυφαγείον». Τα τραπέζια του είναι πάντα γεμάτα, γιατί είναι το μόνο εστιατόριο στην περιοχή. Υπάρχει κι ένας κάδος απορριμμάτων. Εκεί πετάνε τα γκαρσόνια του εστιατορίου ό,τι έμεινε από τα γεύματα των πελατών τους. Στη γωνία της λεωφόρου Ειρήνης σταμάτησε στις 6 τα ξημερώματα το απορριμματοφόρο του Τριαντάφυλλου και του Βαγγέλη.

Το καπάκι του κάδου ήταν κλειστό. Κι ανοιχτό να ήταν, ποιος κοιτάζει τι σκουπίδια θα μασήσει το φορτηγό; Τριάντα δευτερόλεπτα: ο βραχίονας μαγκώνει τον κάδο, το μέταλλο τραντάζεται, ο συνθλιπτήρας κατεβαίνει. Λιώνει ξύλα, θρυμματίζει μπάζα. Ο,τι χρειάζεται για να χωρέσουν τα σκουπίδια του επόμενου κάδου. Πενήντα κάδοι κάθε βράδυ. Ο Βαγγέλης και ο Τριαντάφυλλος κάνουν αυτή τη δουλειά μια ζωή. Το ουρλιαχτό ενός ανθρώπου μπορεί να τινάξει τη ζωή σου στον αέρα. Ενας άνδρας στη χοάνη, να σφαδάζει. Το χέρι στο κουμπί κινδύνου μήπως τον προλάβουν. Ενας πυροσβέστης τραβάει το σώμα από τη χοάνη. Ο Βαγγέλης και ο Τριαντάφυλλος σε παραφροσύνη. Με τα γένια και τα ανάκατα μαλλιά ο άνδρας στο φορείο μοιάζει με τον Βαγγέλη, τον άστεγο της οδού Πίνδου. «Τα παιδιά τού έφερναν και φαγητό καμιά φορά» μου λέει ο Π. Βουνατσής, ο προϊστάμενος καθαριότητας στον Δήμο Ταύρου. Τον ρωτάω πώς είναι τώρα οι δύο άνδρες. «Ηρθαν την επομένη να δουλέψουν», λέει. «Τους ξέρω τόσα χρόνια, και δεν τους γνώριζα. Πώς να δουλέψουν; Τους στείλαμε σπίτι».

Στο σπίτι η τηλεόραση επινοεί λεπτομέρειες. «Πτώμα ακρωτηριασμένο», «τα ψαλίδια διαμέλισαν…». Ο ιατροδικαστής στην άλλη άκρη της γραμμής δεν βρήκε τίποτα τέτοιο. «Βαριές κακώσεις στη λεκάνη είχε ο καημένος ο άνθρωπος. Από την πρέσα μάλλον…». Δεν περιμένεις τέτοια ευγένεια στην έκφραση από ιατροδικαστή. Ο Ν. Καρακούκης, ο προϊστάμενος της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πειραιά με διακόπτει. «Ενα γύρισμα της τύχης είναι να καταλήξεις έτσι». Εχει δει το τέλος πολλών ιστοριών στο σιδερένιο κρεβάτι του νεκροτομείου. Αλλά μερικές ιστορίες δεν είναι σαν τις άλλες.

Δεν είχε φάει τίποτε

«Δεν ξέρουμε καν αν ήταν άστεγος», λέει. «Είχε μαλλιά και μούσια απεριποίητα βέβαια, αλλά ήταν καθαρός άνθρωπος. Τα νύχια του, τα χέρια του…». Να παλεύεις στον δρόμο να μείνεις καθαρός, και να σε βρουν στα σκουπίδια. Ο ιατροδικαστής με επαναφέρει. «Και δεν είχε φάει τίποτε», λέει. «Νηστικός ήταν». Μια γιαγιά στον Ταύρο, μου είπε για έναν άνδρα που δεν δεχόταν να του δώσει φαγητό, αλλά τα απογεύματα τον έβλεπε να ψάχνει στους κάδους. Πάλι, μπορεί να είναι και σύμπτωση.

Το πρωί της Τρίτης, οι αστυνομικοί βρήκαν τον Βαγγέλη, τον άστεγο της οδού Πίνδου. «Είσαι καλά; Ζεις;». Πέντε χρόνια τώρα τριγυρίζει στα στενά του Ταύρου ο Βαγγέλης, και ποτέ κανείς δεν ενδιαφέρθηκε αν ζει ή αν πέθανε. Κι όμως την Τρίτη το πρωί, όλοι στη γειτονιά γιόρταζαν που είναι καλά. Τόσα σάντουιτς κερασμένα ο Βαγγέλης, ούτε που τα ονειρευόταν.

Ενας άνδρας που του μοιάζει είναι μια εβδομάδα τώρα στο νεκροτομείο του Πειραιά. Για τις αζήτητες σορούς, ο νόμος προβλέπει 40 μέρες αποθήκευσης. Ως τότε, ο άνθρωπος που κανείς δεν ξέρει ποιος είναι θα έχει ένα κρεβάτι να περνάει τα βράδια. Εστω και σιδερένιο.

Ανώνυμος και μετά θάνατον

Ηταν 45 – 50 χρονών, κι έδειχνε εξήντα. Οι τσέπες του ήταν άδειες, δεν είχε τίποτε επάνω του που να δηλώνει ποιος είναι. Ούτε τα δακτυλικά του αποτυπώματα βοήθησαν στην αναγνώριση. Το σύστημα της Αστυνομίας δεν τα βρήκε στη βάση δεδομένων.

Εκτός απ’ το DNA του που φυλάσσεται για μελλοντική ταυτοποίηση, μια λεπτομέρεια μόνο μένει για να βρεθεί η ταυτότητα του άνδρα: η γιατρός που έκανε το οδοντόγραμμα, βρήκε πως μέσα στον τελευταίο μήνα κάποιος τον είχε χτυπήσει.

Στα δόντια του έχει γίνει επέμβαση γναθοχειρουργικής. Αν τον πήγαν χτυπημένο σε κρατικό νοσοκομείο, ίσως οι γιατροί εκεί μπορέσουν να δώσουν απάντηση στο ποιος είναι αυτός ο άνδρας.

Για τις υπόλοιπες απαντήσεις, θα πρέπει να ψάξει ο καθένας μας μόνος του.

Πηγή: kathimeri

Advertisements
This entry was posted in Με ή χωρίς σχόλια and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s