Ιωάννα Καρυστιάνη – Μιλάμε με οικονομικούς όρους: «εισέπραξε» χειροκροτήματα, «επενδύω» σε μια γνωριμία, «έλλειμμα» αγάπης, «διαχείριση» πένθους

«Επτά» Ελευθεροτυπίας (31/10/10)

Της ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (spapa@enet.gr)

«Κάθε ακρότητα κρύβει μια αδικία»

Πώς στο καλό ορίζεται μια στρωτή ζωή; Να πώς την περιγράφει η Ιωάννα Καρυστιάνη στο καινούριο της μυθιστόρημα «Τα σακιά» (σύντομα από τον «Καστανιώτη»), δίνοντας φωνή σε μια γυναίκα που κουβαλά «πενήντα δύο χρόνια κούρασης και εβδομήντα οχτώ κιλά λύπης», την αλησμόνητη Βιβή Χολέβα:

«Στρωτή θα είναι η ζωή όσων το πρωί ανοίγουν το παράθυρο κι έχουν την πολυτέλεια της διάθεσης να κοιτούν τον ουρανό ώς πέρα και το βράδυ ν’ ανάβουν το φως και να νιώθουν ωραία που γύρισαν σπίτι. Στρωτή ζωή θα έχουν οι άνθρωποι που αγοράζουν με προσμονή το φρέσκο ψωμί, που βάζουν λουλούδια στο τραπέζι, που χαίρονται ένα καλό κούρεμα, που ξεροτηγανίζουν με ταλέντο δυο αβγά μάτια, που φιλούν και φιλιούνται κάπως συχνά, που ρίχνουν ή τρώνε κανένα χαστουκάκι χωρίς να το παίρνουν και πολύ βαριά, που ψηφίζουν εξάπαντος, που ξέρουν τα λόγια των ρεφρέν της Μαρινέλλας, που ονειρεύονται ένα εξωτικό ταξίδι και μαζεύουν τα λεφτά σιγά σιγά, που καμαρώνουν στους αρραβώνες των παιδιών τους…»

Τα μη αυτονόητα συναισθήματα

Η ηρωίδα της Καρυστιάνη δεν έχει μερίδιο σε τέτοιες χαρές. Η ζωή της δεν υπήρξε ποτέ «στρωτή» και η ματιά της, όσο θυμάται τον εαυτό της, πάντοτε στα ψεγάδια καρφωνόταν. Από το μοιραίο καλοκαίρι του 1997, η Βιβή Χολέβα σηκώνει ολομόναχη τον σταυρό της. Ο Λίνος, ο ορφανός από πατέρα γιος της, βρίσκεται σε κελί του Κορυδαλλού, φορτωμένος ισόβια από είκοσι χρόνων, για βιασμούς και φόνο. Κι αυτή, η πάλαι ποτέ φοιτήτρια της Ιατρικής, η μικροπαντρεμένη που εξελίχθηκε σε μικροεπιχειρηματία, στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας πια, φροντίζει ηλικιωμένους για να βιοποριστεί και, γεμάτη ντροπή και ενοχές, παλεύει ν’ αγαπήσει από την αρχή κάποιον που όλοι γύρω της σιχαίνονται.

Πώς έφτασαν τα πράγματα ώς εκεί; Ποια συσσωρευμένη οργή μετέτρεψε το παιδί της σ’ εγκληματία; Κι αν το παρελθόν δεν μπορεί να σβηστεί, τι μέλλον μπορεί να υπάρξει για τους δυο τους; Μυθιστόρημα σκοτεινό, ικανό και να προβληματίσει και να συγκινήσει, τα «Σακιά» είναι καρπός της απόπειρας της Καρυστιάνη να εξερευνήσει την περιοχή «των μη αυτονόητων αισθημάτων», όπως λέει.

«Στην τέχνη χρησιμοποιούμε συνήθως τον πόνο των ανθρώπων που είναι αδικημένοι, φτωχοί, βασανισμένοι. Το πολύ πολύ, ν’ ασχοληθούμε με πόρνες ή πρεζάκια που δικαιούνται συμπάθειας. Πόσο αντέχουμε, όμως, τον πόνο των μη υποδειγματικών; Και ο Λίνος και η Βιβή είναι χαρακτήρες απωθητικοί, αξιοκατάκριτοι. Μολονότι υπάρχει αγάπη μεταξύ τους, το καταφύγιό τους είναι ένας αρνητισμός. Θα μπορούσα να γράψω από την πλευρά των θυμάτων, αλλά μου φαινόταν πιο εύκολο. Είχα την ανάγκη να πάω σε κάτι πιο απαιτητικό, επιτρέποντας το δικαίωμα της συντριβής στους ήρωές μου, κι ας τρέμει το φυλλοκάρδι μου μήπως κάτι μείζον μου έχει διαφύγει…»

– Τι εννοείτε ακριβώς;

«Οσο δουλεύω ένα μυθιστόρημα, σε κάθε στάδιο τσεκάρω αν το ενδιαφέρον μου για τα πλάσματα που επινοώ, εξακολουθεί να διατηρεί τη σπίθα του ακέραια. Κι όταν το ολοκληρώνω, αναρωτιέμαι: μπορώ ν’ αντέξω το επίμονο βλέμμα αυτών των ανθρώπων; Μπορώ να μην κατηγορηθώ ότι τους «φακέλωσα», τους καταδίκασα, τους ξεπέταξα; Ειδικά για τα «Σακιά», εκείνο που με ανησυχεί πιο πολύ είναι η συστοιχία ανάμεσα στο θέμα και τη γλώσσα. Πέτυχα στη ζυγοστάθμιση; Γιατί, είναι ασύλληπτη η ευφράδειά μας στις ατάκες της οργής και της κατατρόπωσης του άλλου».

– Δανειστήκατε στοιχεία κι από τη δική σας εμπειρία ως μητέρας;

«Αναπόφευκτα. Η συγκλονιστική εμπειρία της βαριάς κατάθλιψης που πέρασα ενώ τα παιδιά μου ήταν μικρά, βρίσκεται μπροστά μου κάθε μέρα. Οσο όμως μεγαλώνω, το βλέπω ακόμη πιο καθαρά: το παιδί δεν έχει ανάγκη μόνο από το γάλα ή το ψωμί, χρειάζεται και το φιλί και το χάδι. Αμα λείπουν αυτά, δημιουργούνται λακκούβες. Τι ήταν τα παιδικά χρόνια του ισοβίτη ήρωά μου; Ενας σπασμός ήταν… Η τσιγγουνιά στα αισθήματα οδήγησε τον ίδιο και τη μητέρα του στη σταδιακή αποξένωσή τους. Ενα παιδί, όμως, ακόμα κι όταν νιώθει έχθρα ή μίσος για τους γονείς του, μπορεί να περιφρουρεί μέσα του αυτήν την ταραγμένη σχέση ως το μοναδικό πράγμα που τους συνδέει μαζί τους».

– Πιστεύετε πως ο ρόλος του γονιού έχει δυσκολέψει ακόμα περισσότερο στις μέρες μας;

«Ο ρόλος αυτός είναι a priori ενοχοποιημένος. Εχουμε σταματήσει να εμπιστευόμαστε το ένστικτό μας, σκεφτόμαστε τα λάθη που μας περιμένουν στη στροφή. Και πολύ συχνά χρησιμοποιούμε τα παιδιά ως άλλοθι για τις ατασθαλίες που κάνουμε τάχα για την εξασφάλισή τους. Τα μεταχειριζόμαστε ως μέσο πάλης για να διεκδικήσουμε τα αιτήματά μας, ως όπλο στις συζυγικές μας διενέξεις, αλλά και ως στόχο όταν σπάνε τη βιτρίνα όπου έχουμε τοποθετήσει τη δική μας ευτέλεια και υποταγή, αφήνοντας απ’ έξω τα όνειρα για μια ζωή που αξίζει. Οι νέοι σήμερα μοιάζουν κυνικοί, αλλά η ψυχούλα τους το ξέρει πόσο φοβούνται μην εξαπατηθούν, πόσο τρέμουν την απόρριψη. Ούτε να ερωτευτούν δεν μπορούν καλά καλά. Είναι μόνοι, πολύ μόνοι. Βιώνουν την ίδια συναισθηματική υποθερμία, όπως κι οι μεγάλοι».

– Ακούγεται ότι τα καλύτερα μυαλά βάζουν πλώρη για το εξωτερικό…

«Η μία λύση είναι να φύγουνε κι η άλλη είναι να διώξουν εκείνους που μας έφεραν σ’ αυτό το σημείο. Τους αξιωματούχους της συμφοράς. Ας το ελπίσουμε. Βαδίζοντας ανοίγουν οι δρόμοι. Κουβεντιάζω πολύ με τα νέα παιδιά στα σχολεία που πάω. Και διαπιστώνω ότι όσο εύκολα αποδέχονται τις ξένες ταινίες, την ξένη λογοτεχνία, την ξένη μουσική, τόσο μεγάλο είναι το κενό της γνώσης μέσα τους για τον ίδιο τους τον τόπο. Αν διάβαζαν περισσότερο Ρίτσο, Αξιώτη, Λειβαδίτη, ίσως να μπορούσαν να εμβολιαστούν πιο αποτελεσματικά ενάντια στον ιό της ευτέλειας».

– Αξιζε η ζωή που ονειρευτήκαμε μέχρι να έρθει η οικονομική κρίση;

«Η επέλαση των αγορών έφερε ένα σοκ στην καθημερινότητά μας. Χάσαμε το μέτρο. Περάσαμε απ’ τον γάιδαρο στο Καγιέν, απ’ το τριάρι στη μεζονέτα, από τη σκάφη στην πισίνα, από το δίπλωμα της τεχνικής σχολής στο μεταπτυχιακό στις business administration. Ακόμα και η γλώσσα που χρησιμοποιούμε είναι μάρτυρας της ήττας που δέχτηκε η πραγματική ζωή μας. Μιλάμε με οικονομικούς όρους: «εισέπραξε» χειροκροτήματα, «επενδύω» σε μια γνωριμία, «έλλειμμα» αγάπης, «διαχείριση» πένθους, και πάει λέγοντας. Ως και η λέξη δημοκρατία έχει υποστεί βιασμό. Είναι δημοκρατία τα μέτρα για τους χαμηλοσυνταξιούχους; Να όμως που τώρα καλούνται όλοι τους να κάνουν θυσίες όχι για να σωθεί η χώρα, αλλά για να σωθεί η πολιτική τάξη. Κι αυτό είναι αισχρό».

– Η πολυσυζητημένη ατάκα «όλοι μαζί τα φάγαμε» πώς σας φαίνεται;

«Ούτε τα φάγαμε όλοι ούτε ματώνουμε όλοι. Εκείνοι που τα φάγανε δεν ματώνουνε. Μιλούσα τις προάλλες με μια 68χρονη καμαριέρα στα Χανιά, που ούτε μια φορά δεν πήρε ταξί στη ζωή της. Συνδαιτυμόνας του Πάγκαλου κι αυτή; Αλλο η μικροπαραβατικότητα για την επιβίωση ή έστω για το κάτι παραπάνω, κι άλλο το σύνθημα του εκμαυλισμού που δίνεται άνωθεν εδώ και τριάντα χρόνια. Το σφάλμα μας ήταν ότι αφεθήκαμε. Δεν αντιδράσαμε εγκαίρως. Υπάρχει όμως κόσμος που δεν ενεπλάκη σ’ αυτήν την ιστορία. Οι εκατοντάδες μαθητές του νυχτερινού σχολείου που συνάντησα φέτος στην Καστοριά, άνθρωποι μεγάλοι στα χρόνια που πάνε μετά τα χωράφια στα θρανία, αθώοι δεν είναι; Για να μην αναφερθώ στους «κρατικοδίαιτους» καλλιτέχνες. Αμάν πια αυτή η καραμέλα! Η χρηματοδότηση της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα ήταν ανέκαθεν σαρακοστιανή. Σε τόσα σπίτια μπαίνω -ηθοποιών, ζωγράφων, συγγραφέων- και σας διαβεβαιώ ότι δεν υπάρχει ίχνος χλιδής. Αλλοι πένονται κι άλλοι είναι καταχρεωμένοι. Μιλάμε για ήρωες και μαζοχιστές ταυτόχρονα…»

– Τι πιθανότητες δίνετε σ’ ένα βίαιο ξέσπασμα του κόσμου;

«Οπως είπε κι ένας εισαγγελέας μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008, η βία είναι το δίκιο των απελπισμένων. Πίσω από κάθε ακραία πολιτική συμπεριφορά, κρύβεται μια αβάσταχτη κοινωνική αδικία. Κι όταν όλα τα θεσμικά όργανα αποδεικνύεται πως εξυπηρετούν το δίκιο των ισχυρών, ο μύθος της τήρησης των νόμων καταρρέει. Για την ώρα, ωστόσο, βλέπω τους ανθρώπους να κουβεντιάζουν πιο πολύ μεταξύ τους επί της ουσίας, βάζοντας ρεφενέ το θυμό, τις αμφιβολίες και τις ευχές τους. Κι ενώ ψάχνουν μια σημαία για να στοιχηθούν, δεν τη βρίσκουν. Είναι τεράστιο εδώ το έλλειμμα από την πλευρά της αριστεράς. Σαν να πρόκειται γι’ αδελφοξάδελφα που τσακώνονται ποιος θα κληρονομήσει στο χωριό το πατρικό σπίτι. Ούτε καλημέρα δεν λένε ο ένας στον άλλο. Κι εν τω μεταξύ σαπίζουν όλα. Τόση ιδεολογική νωχέλεια! Δεν αρκεί να διατυπώνεις όλα τα «κάτω». Χρειάζεται και συγκεκριμένος στόχος. Κάποτε φωνάζαμε: Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία. Δεν νομίζω να υπάρχει πιο ταιριαστό σύνθημα για την εποχή μας».

Πηγή: enet

 

Advertisements
This entry was posted in Με ή χωρίς σχόλια and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s