Ελληνόφωνες ομάδες στην Τουρκία – Μια άγνωστη πλευρά της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας

«Τραπεζούς η πόλις, πόλις αρχαιοτάτη και των γε εν τη εώα πασών αρίστη» (Ιωάννου Ευγενικού, «Εγκωμιαστική Εκφρασις Τραπεζούντος»). Αποψη της πόλης στις αρχές του αιώνα. Οπως μας πληροφορεί ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, οι εξισλαμισμοί στον Πόντο πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1648- 1687 από τις πιέσεις των φεουδαρχών, των Ντερεμπέηδων.

Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*

Ενα από τα πλέον ενδιαφέροντα φαινόμενα στη σύγχρονη Τουρκία αποτελεί αυτό της ύπαρξης μουσουλμανικών ελληνόφωνων ομάδων. Η παραδοσιακή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, η αυταρχική εσωτερική δομή της Τουρκίας, η εξέγερση των Κούρδων, μαζί με την επιβίωση των στερεοτύπων για τη διαμόρφωση των νεότερων εθνών στην περιοχή μας, εμπόδισε τη μελέτη του φαινομένου αυτού. Η μετάβαση ελληνόφωνων ομάδων από το χριστιανικό θρησκευτικό σύστημα στο ισλαμικό κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης αποτελεί μέχρι σήμερα ένα θέμα άγνωστο για τη νεοελληνική επιστήμη. Το φαινόμενο αυτό είχε εμφανιστεί σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Από την Κύπρο και την Πελοπόννησο έως την Ηπειρο και τον Πόντο.

Σήμερα όμως, η δημόσια εμφάνιση όσων από τις ομάδες αυτές επιβιώνουν διευρύνει το ερευνητικό ενδιαφέρον. Η βιβλιογραφική και αρθρογραφική παρουσία των ελληνόφωνων ομάδων της Τουρκίας είναι πλέον γεγονός. Η αρχή έγινε πριν από μερικά χρόνια με την Tanju Izbek, η οποία έλαβε το Βραβείο Ιπεκτσί για μια νουβέλα της στο κρητικό ιδίωμα, όπως αυτό μιλιέται σήμερα στην περιοχή της Gunda (τα παλιά Μοσχονήσια). Πιθανότατα, σύμφωνα με το τουρκικό περιοδικό Actuel, να υπήρχαν πολιτικές ομάδες στη Βόρεια Τουρκία που δραστηριοποιούνταν, πριν από το πραξικόπημα του ’80, γύρω από τον πολιτισμό του Πόντου. Το 1996 εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον εκδοτικό οίκο Belge, το κλασικό πλέον βιβλίο του Omer Asan με τίτλο «Pontos Kulturu», δηλαδή: Ο πολιτισμός του Πόντου.

Σήμερα υπάρχουν τέσσερις ελληνόφωνες ομάδες στην Τουρκία: κρητική, ποντιακή, μακεδονική και κυπριακή. Κάθε μια απ’ αυτές έχει εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον. Η έκφραση είναι γεγονός ιδιαίτερης σημασίας, εφόσον αναδεικνύει μια άγνωστη πλευρά της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας, που ολοένα γίνεται σημαντικότερη. Η δημόσια εμφάνιση των ομάδων αυτών δεν αφορά μόνο την τουρκική κοινωνία, η οποία συνειδητοποιεί αργά τον πολυεθνοτικό της χαρακτήρα, καθώς και τους εθνογενετικούς της μύθους. Αφορά παράλληλα και την ελληνική, γιατί της αποκαλύπτει τον τρόπο συγκρότησης των σύγχρονων εθνικών κρατών στην περιοχή μας και το αδιέξοδο των ενδιάμεσων ομάδων -γέννημα της ιστορίας- οι οποίες υποχρεώθηκαν να ενταχθούν στο κράτος που είχε ως ιδεολογικό υπόβαθρο το δικό τους θρησκευτικό δόγμα.

Η κρητική και η κυπριακή, από τις τέσσερις αυτές ομάδες -οι οποίες στη διαχρονική τους παρουσία ταυτίστηκαν ως μουσουλμανικές με την Οθωμανική Αυτοκρατορία-, συγκρούστηκαν με το επαναστατικό κίνημα των Χριστιανών Ελλήνων. Εμμέσως υπέστη τις συνέπειες της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης και η μακεδονική, η οποία υποχρεώθηκε με βάση τη συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών να εγκαταλείψει τα γενέθλια εδάφη της περιοχής του Αλιάκμονα και της Κοζάνης και να αναχωρήσει για την Τουρκία το 1924.

Η διαμόρφωση του φαινομένου

Η κατανόηση του φαινομένου της επιβίωσης ελληνόφωνων μουσουλμανικών πληθυσμών απαιτεί την υπέρβαση της σημερινής εικόνας που έχουμε για τις σχέσεις ισλαμισμού και χριστιανισμού, καθώς και για τις σύγχρονες αρχές συγκρότησης των μονοεθνικών κρατών. Θα πρέπει να δεχθούμε ότι το σημερινό τείχος που υπάρχει ανάμεσα σε εμάς και τους γείτονές μας σε θρησκευτικό επίπεδο είναι μια πραγματικότητα της τελευταίας ιστορικής περιόδου. Για εκατονταετίες υπήρχε ένα ανακάτεμα εθνών και θρησκειών. Αν σήμερα ο διαχωρισμός είναι απόλυτος μεταξύ άσπρου και μαύρου, εν τούτοις για μεγάλο διάστημα υπήρχε ανάμεσά τους ένας εκτεταμένος γκρίζος χώρος. Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο που σήμερα εξετάζουμε θα πρέπει να δούμε τη διαπλοκή του Ισλάμ με τον Ελληνισμό σε χρονικό και γεωγραφικό επίπεδο.

Από τον 14ο αιώνα συναντιούνται Ελληνες στους χώρους της νέας θρησκείας. Ο περιηγητής Ιμπντί Μπατούτα γράφει ότι συνάντησε στον ποταμό Κούμα, κοντά στην πόλη Ματζάρ, το αναχωρητήριο του μουσουλμανικού τάγματος Αχμεδιέ στο οποίο όπως γράφει «διεβίουν σε κοινή ζωή Δερβίσες, Αραβες, Πέρσες, Τούρκοι και Ελληνες». Ο εξισλαμισμός μέρους των Ελλήνων ανοίγει τη δίοδο για να εισχωρήσουν στον ισλαμικό χώρο οι ελληνικές φιλοσοφικές δοξασίες. Οι σοφιστικές απόψεις για παράδειγμα εκφράζονται με τους «σούφι», το θρησκευτικό τάγμα των δερβίσηδων. Ο δημιουργός του, Τζελαλεδίν Ρουμί, χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα -όπως μιλιόταν κατά τους μέσους χρόνους στην Καππαδοκία». Τα μελωδικά κείμενα των δερβίσηδων αποτελούν προσαρμογή των βυζαντινών μελωδιών στις νέες ανάγκες.

Ο Μ. Ρικό, γραμματέας του Βρετανού πρέσβη στην Κων/πολη, αναφέρει το 1670 ότι στον ισλαμικό κόσμο υπάρχει «μεγάλη ποικιλία γνωμών και απόψεων, ασυγκρίτως μεγαλυτέρα από τον χριστιανικό κόσμο». Ο Ρικό θεωρεί ότι η είσοδος νέων εθνών στο μουσουλμανικό χώρο δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα. Γράφει: «Δεδομένου ότι την καλύτερα μερίδα των νέων εθνών αποτελούν οι Ελληνες και ότι δεν ικανοποιήθηκαν με τις ονειροπολήσεις του Κορανίου, αυτοί που άλλοτε υπήρξαν διδάσκαλοι των επιστημών από τις οποίες τους απόμεινε κάποια συγκεχυμένη γνώση, αφού πρόσθεσαν στη νέα τους θρησκεία παλιές παραδόσεις και κάποιες γνώμες αρχαίων φιλοσόφων, δημιούργησαν μέρος της ποικιλίας των γνωμών για τις οποίες μιλούμε».

Πώς εξισλαμίσθηκαν ελληνικοί πληθυσμοί

Η πρώτη μορφή των εθελοντικών ή βίαιων εξισλαμισμών φαίνεται ότι ήταν ο κρυπτοχριστιανισμός. Ως υπόθεση εργασίας μπορούμε να πούμε ότι πιθανότατα οι ομάδες που εξισλαμίστηκαν βιαίως διατήρησαν στη συνέχεια και ίσως μέχρι τις μέρες μας, μια θρησκευτική αδιαφορία, ενώ αντιθέτως οι ομάδες που εθελουσίως εισήλθαν στο ισλαμικό ιδοελογικό σύστημα έγιναν ένθερμοι φορείς της νέας θρησκείας.

Γνωρίζουμε, ότι με την οριστική άλωση της Κρήτης το 1669, χιλιάδες έντρομοι Κρητικοί εξισλαμίζονται. Με την έγκριση αρχικά του Πατριάρχη των Ιεροσολύμων περνούν σε μια κρυπτοχριστιανική κατάσταση, για να γίνουν πιστοί του Ισλάμ μερικές γενιές αργότερα. Το φαινόμενο των εξισλαμισμών στην Κρήτη συνεχίζεται μέχρι τον 19ο αιώνα, εφόσον η υιοθέτηση της κυρίαρχης θρησκείας σήμαινε κοινωνική άνοδο και αποδοχή.

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στην Κύπρο. Εκεί ο κρυπτοχριστιανισμός διατηρήθηκε μέχρι τον 19ο αιώνα. Αυτούς που άλλαξαν θρησκεία ή ακόμη παρέμεναν σε κρυπτοχριστιανική κατάσταση, τους ονόμαζαν «λινομπάμπακους». Αρκετοί από αυτούς είχαν συνείδηση της ελληνικής τους καταγωγής και μερικοί επανήλθαν στην πίστη των πατέρων τους μετά την πολιτειακή αλλαγή του 1878 και την αντικατάσταση των Τούρκων κατακτητών από τους Βρετανούς. Με την ανοχή των Αγγλων, οι οποίοι επεδίωκαν την εξασθένηση του ελληνικού στοιχείου, ακολουθήθηκε η πολιτική εκτουρκισμού των λινομπάμπακων.

Στη Μακεδονία

Στη Μακεδονία, η κύρια εστία των μουσουλμάνων ελληνοφώνων βρισκόταν παρά την κοιλάδα του Αλιάκμονα, στις περιοχές Κοζάνης και Γρεβενών. Οι δυτικοί εθνογραφικοί χάρτες του περασμένου αιώνα σημείωναν την περιοχή τους με μπλε χρώμα και χρησιμοποιούσαν την ένδειξη «Greek Muslims».

Για την περιοχή του Πόντου, γνωρίζουμε ότι μετά την άλωση της Τραπεζούντας υποχρεώθηκαν σε εξισλαμισμό οι επιφανείς οικογένειες και πλήθος νέων. Οπως μας πληροφορεί ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, οι εξισλαμισμοί στον Πόντο πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1648- 1687 από τις πιέσεις των φεουδαρχών, των Ντερεμπέηδων. Γράφει ο Χρύσανθος: «Ενεκα των από των Τερε-βέηδων πιέσεων τούτων και των δεινών… διωγμών οι από του ποταμού Ακάμψιος (Τσορόχ) μέχρι Τραπεζούντος συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί, οι κατοικούντες τας περιφερείας Ριζαίου, Οφεως, Σουρμένων και Γημωράς εξισλαμίσθηκαν αθρόως. Οι χριστιανοί της περιφέρειας Οφεως είχον εξισλαμισθεί κατά την παράδοσιν ομού μετά του επισκόπου αυτών Αλεξάνδρου μετονομασθέντος Ισκεντέρ…».

Σε οθωμανικό ντοκουμέντο που αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής του ποντιακού ελληνισμού έναν αιώνα μετά την άλωση της Τραπεζούντας συμπεραίνεται ότι «θεώρησαν πιο αρμόζον και συμφέρον γι’ αυτούς να αλλαξοπιστήσουν για να βελτιώσουν την κοινωνική τους κατάσταση». Οι υπόλοιποι Ελληνες που παρέμεναν Χριστιανοί αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση και εχθρότητα τους εξισλαμισμένους. Θεωρούσαν ότι «τούρκεψαν» και τους αποκαλούσαν «Τούρκους», εννοώντας ότι πρόδωσαν την πατρογονική πίστη.

Η ύπαρξη ελληνόφωνων ομάδων στη σύγχρονη Τουρκία, εκτός από μια εντυπωσιακή επιβίωση που ενθουσιάζει τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους και τους λαογράφους, μπορεί να αποτελέσει και μια αποτελεσματική και μόνιμη γέφυρα φιλίας μεταξύ των δύο πλευρών του Αιγαίου. Η πιθανή εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας κάνει, ίσως, εφικτή την προσέγγιση των δύο λαών. Η ανάδειξη των κοινών στοιχείων βοηθά, κατ’ αρχάς, στο να γίνει κατανοητή η διαδικασία διαμόρφωσης των σύγχρονων κρατών στην περιοχή μας και να γίνει επίσης ο απολογισμός για τις διάφορες παραμέτρους που καθόρισαν τα πολιτικά αποτελέσματα στην εποχή του έθνους – κράτους.

* Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Πηγή: trapezounta

Advertisements
This entry was posted in Επιλογές, Uncategorized and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s