Αθηναϊκή νεκρόπολη ή προς εξομολόγηση

Του Τάσου Θεοφιλογιαννάκου

Κρατώ ένα κεράκι και παρατηρώ το λιανοτρέμουλο της μικρής φλόγας σαν κοφτές ανάσες ημιθανούς νεοσσού στην παλάμη πάνω τη ζεστή και τα χνώτα αφερέγγυου αγυιόπαιδου. Βρίσκομαι στα βρόχια του αδεκάστου και απηνούς χάρου, του πανίσχυρου τίποτα, απορροφώντας την αδιαφορία στο βλέμμα, την απελπιστική ερημιά πλήθους ανθρώπων ή δύναμαι – εάν υπερβώ το καταχθόνιο σχήμα του φθόνου – να ατενίσω με θάρρος – ασθενικού και δειλού χαμόγελου ανατέλλοντος στη ζοφερή μου όψη – «εις χείρας Θεού Ζώντος» τον απροσωπόληπτο Κριτή;

Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει  τους ανένδοτους αγώνες και τις έριδες για την επιβεβαίωση της κυριότητας του προσωπικού αριθμημένου και μονογραφημένου στασιδίου στις αθηναϊκές εκκλησιές

της εποχής του. Σήμερα τα στασίδια έχουν αντικατασταθεί από τους φημισμένους  «καλούς πνευματικούς ή γέροντες».  Διαγκωνισμοί και μάχες για να εξασφαλιστεί η θέση κοντά τους και το ενδιαφέρον τους. Και όταν έρχεται η ώρα της εξομολόγησης διαπιστώνουμε ότι δεν έχουμε τίποτα να πούμε. Θλιβερή διαπίστωση του αδυσώπητου κυρίαρχου μηδέν. Μπρος και πίσω, δεξιά και αριστερά παγερός τοίχος.

Δεν αστειεύομαι εντούτοις. Εξομολόγος και εξομολογούμενος πρέπει να επωμιστούν αμφότεροι τις ευθύνες αυτής της κακοτράχαλης – αμφίβολης έκβασης – σχέσης και όχι μονομερώς και ετεροβαρώς. Υποτίθεται ότι δεν είμαστε μονοφυσίτες. Η κατανόηση της πεπερασμένης – περιγραπτής εντός ορίων –  και τραχιάς – ανθρώπινης – φύσης του λειτο

υργού του μυστηρίου της πατρότητας και της υποστατικής ελευθερίας – η οποία δεν είναι αναλώσιμο αγαθό αλλά αδαπάνητη και αστείρευτη δωρεά – ας μη γίνεται αιτία για να χολιάζουμε όπως οι Ιουδαίοι, αλλά αντίθετα αυτή η ίδια ας αποτελεί δυναμικά την πραγματική βάση, τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο, πέτρα στην πέτρα, προστιθέμαστε διακριτικά και κατάλληλα, αρμολογώντας το κοινό μας σώμα και απαρτίζοντας το κανάλι της θεϊκής φιλανθρωπίας, την «αμφιλαφή κρήνη» του απείρου ελέους.

Ωστόσο, η αθηναϊκή νεκρόπολη επεκτείνεται ασύστολα στους ναούς μας περιστοιχίζοντας   και   αυτούς   τους   “ καλούς”   πνευματικούς    μας.    Στις ευλογημένες μας οικογένειες όλος ο Άδης κοχλάζει φρικιαστικά και στους αφιλόξενους ναούς πανηγυρίζει.

Καταρχήν χρέος μας είναι να συγχωρούμαστε, να μνημονεύουμε και να δείχνουμε ευγνωμοσύνη σε όσους μας ευεργέτησαν και επιφορτίζονται με το έργο να μας καταρτίσουν στην πίστη. Να προσέχουμε με τρόμο το αιμάσσον μύχιο κέντρο μας, ψελλίζοντας την ευχή «δώρησέ με του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον άδελφό μου».

Το Βιβλίο της Ζωής γράφεται από τον κρυπτό της καρδίας άνθρωπο. Αυτή η γραφή είναι η αμιγής, η κύρια ποιητική πράξη, η καθαρτική και φωσφόρος εξομολόγηση όλου του – ενιαίου – ανθρώπου. Απαρτίζεται από πολύτιμα ρήματα – τομώτερα μαχαίρας απαστράπτουσας – αδιάσπαστου νου και αίσθησης.

«Δακρύων μοι παράσχου Χριστέ ρανίδας…»

Γένοιτο!..

30/3/2010

Advertisements
This entry was posted in Εκφορές and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s