Βίοι αντίθετοι, αγώνες παράλληλοι

Αυτή είναι η περίφημη φωτογραφία που δείχνει του Τζίνο Μπάρταλι (πίσω0 και Φάουστο Κόπι να μοιράζονται υγρά σ’έναν αγώνα. Παρά ταύτα, οι δύο τους διαφωνούσαν επί χρόνια σχετικά με το ποιος έδωσε το μπουκάλι στον άλλον! Οι Ιταλοί ακόμη διαφωνούν γι’ αυτό…

Τζίνο Μπαρτάλι, Φάουστο Κόπι. Δύο θρύλοι της ποδηλασίας, διαφορετικοί άνθρωποι με δράση στον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Καθημερινή (5.2.11)

Του Ν. Α. Κωνσταντοπουλου

Στη γεωμετρία, δύο παράλληλες γραμμές ουδέποτε τέμνονται. Στη ζωή, δύο βίοι παράλληλοι και διαφορετικοί –παρά τις, παραδόξως, πολλές ομοιότητές τους– μπορεί να τμηθούν όσο κι αν αυτό φαντάζει αδύνατον. Τούτο συνέβη με τον Τζίνο Μπαρτάλι και τον Φάουστο Κόπι. Δύο θρυλικές μορφές της ποδηλασίας, των οποίων η αγωνιστική σταδιοδρομία προκάλεσε την πρώτη μεγάλη αντιπαράθεση στην ποδηλατική ιστορία και διχασμό στις τάξεις των Ιταλών φιλάθλων. Οι δυο τους, αφού αρχικά είχαν συναντηθεί διά ζώσης και συνεργασθεί σε ποδηλατικούς αγώνες, «συναντήθηκαν» στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οχι πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά με τον ηρωικό τρόπο δράσης τους, έστω και από άλλη σκοπιά και με διαφορετικό σκοπό. Υπήρξαν εκ διαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι. Η οικογένεια του πρώτου ήταν βαθιά θρησκευόμενη, κάτι που είχε επηρεάσει τον Τζίνο τόσο, ώστε τον φώναζαν «Τζίνο ο Πίος», από το όνομα πολλών παπών της Pωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Eκανε τον σταυρό του κάθε φορά πριν να φάει και είχε τόσο καλές σχέσεις με την Eκκλησία, ώστε ο Πάπας Ιωάννης ο 23ος του είχε προτείνει να του μάθει ισορροπία στο ποδήλατο. Επειδή δε, μεγάλωσε όπως τα παιδιά του ιταλικού αγροτικού Nότου, αργότερα, όσοι είχαν τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής βρήκαν στο πρόσωπό του το νέο ίνδαλμά τους.

Από την άλλη, ο Κόπι δήλωνε ότι ήταν άθεος και δεν συμφωνούσε με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του μεγάλου αντιπάλου του. Είχε έντονη κοινωνική ζωή η οποία δεν ταίριαζε και πολύ στον τρόπο ζωής ενός πρωταθλητή, έκανε σχέσεις με αρκετές γυναίκες, ακολουθούσε ριζοσπαστικές μεθόδους προπόνησης και διατροφής, μιλούσε, μάλιστα, ανοιχτά για το ντόπινγκ (φαντασθείτε, εκείνη την εποχή…) και ο θάνατός του ήλθε πολύ νωρίς, σε ηλικία μόλις 40 ετών. Αντιπροσώπευε δε, τη βιομηχανική Ιταλία του βορρά, που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση προς την αγροτική και φτωχή Ιταλία του Nότου. Το προσωνύμιό του ήταν «ll Campionissimo», δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση, «ο πρωταθλητής των πρωταθλητών» ή, κατά λέξη, «ο μέγιστος των πρωταθλητών». Το παρατσούκλι του, όμως, ήταν «Φάουστο ο αμαρτωλός».

Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έδρασαν αμφότεροι, αλλά με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικά στρατόπεδα.

Ο Μπαρτάλι, διάσημος ήδη, είχε το ελεύθερο να κάνει ποδήλατο. Ούτε η φασιστική ιταλική αστυνομία ούτε οι γερμανικές αρχές τον εμπόδισαν να προπονείται. Σύμφωνα, όμως, με το ημερολόγιο του αντιφασίστα Ιταλού Εβραίου, Τζόρτζο Νισίμ, από τους υπεύθυνους της οργάνωσης «DelAsEm», που διέσωσε εκατοντάδες (περισσότερους από 800, σύμφωνα με κάποιες πηγές) Εβραίους από τους Ναζί, ο σπουδαίος ποδηλάτης χρησιμοποίησε το προνόμιο «επ’ αγαθώ». Από το ημερολόγιο αποδείχθηκε ότι ο Μπαρτάλι μετέφερε αρχεία και φωτογραφίες Eβραίων, που έπρεπε να σωθούν, και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στη μεταφορά τους σε ασφαλή τόπο. Και ο Κόπι αρχικά ήταν ελεύθερος να κάνει ποδήλατο, όμως στις αρχές του 1943 πολέμησε στη Bόρεια Αφρική εναντίον των συμμαχικών δυνάμεων. Συνελήφθη και παρέμεινε σε αγγλικές φυλακές μέχρι τη λήξη του πολέμου, το 1945. Πάντως, αυτό δεν τον εμπόδισε το 1946 να νικήσει στον σημαντικό αγώνα, Μιλάνο – Σαν Ρέμο.

Κάτω από τη μύτη των ναζί

«Κάποιος κάνει αυτά τα πράγματα και αυτό είναι όλο», είπε κάποτε ο Μπαρτάλι στον γιο του, Αντρέα, αναφερόμενος στη δράση του στον πόλεμο. Δεν ήθελε να μιλάει γι’ αυτήν. Το φθινόπωρο του 1943 το δίκτυο της Τοσκάνης της «DelAsEm» εξαρθρώθηκε. Ολοι, πλην του Νισίμ, συνελήφθησαν. Ο Νισίμ είχε πολύ καλές σχέσεις με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, συνάντησε και τον Πάπα Πίο 12ο και με τη βοήθεια του αρχιεπισκόπου της Γένοβας, των Φραγκισκανών αδελφών και άλλων επανασυγκρότησαν την οργάνωση και έσωσαν πάνω από 800 Εβραίους. Η οργάνωση χρειαζόταν φωτογραφίες των ανθρώπων που θα έβγαζε από τη χώρα με πλαστά έγγραφα. Το πρόβλημα ανέλαβε να λύσει ο Μπαρτάλι. Νωρίς τα πρωινά, φορώντας μπλούζα με το όνομά του, προσποιούμενος ότι έκανε προπόνηση, πήγαινε στις διάφορες περιοχές όπου κρύβονταν οι Εβραίοι, έπαιρνε τις φωτογραφίες και τις πήγαινε στον Νισίμ. Οταν τα έγγραφα ήταν έτοιμα, ακολουθούσε το αντίθετο δρομολόγιο και τα παρέδιδε στους Εβραίους. Παράλληλα, μάθαινε πληροφορίες για τις κινήσεις των φασιστών και τις μετέφερε στους Ιταλούς παρτιζάνους. Κάποια στιγμή τον συνέλαβαν οι Γερμανοί και απείλησαν πως θα τον σκοτώσουν αν δεν σταματήσει. «Κάνω ό, τι αισθάνομαι», απάντησε.

Ακόμη και όταν αφέθηκε ελεύθερος συνέχισε τη δράση του και, μάλιστα, άρχισε να οδηγεί ο ίδιος τους Εβραίους στην Ελβετία, «κάτω από τη μύτη» των περιπόλων των ναζί. Εφτιαξε, δε, ένα βαγόνι με κρύπτη, όπου έβαζε τους Εβραίους. Και όταν τον ρωτούσαν οι ναζί, έλεγε ότι το να τραβάει το βαγόνι ήταν μέρος της προπόνησής του.

Δίχασε τους Ιταλούς φιλάθλους ο ανταγωνισμός τους

Ο Τζίνο Μπαρτάλι γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1914. Hταν ο τρίτος γιος ενός αγρότη από το Πόντε α Εμα, κοντά στη Φλωρεντία, που συμπλήρωνε τα προς το ζην πουλώντας ξύλινα ράφια σε εμπόρους κρασιών. Ο μικρός Τζίνο στα 13 του έπιασε δουλειά σε ποδηλατάδικο και άρχισε να μετέχει σε αγώνες, δείχνοντας αμέσως ότι διαθέτει πλούσιο ταλέντο. Εγινε επαγγελματίας το 1935 και, μάλιστα, νίκησε σε μία ετάπ του Γύρου της Ιταλίας («Τζίρο»), ενώ πήρε και τον τίτλο «Βασιλιάς των Ορέων», νικώντας στους αγώνες σε βουνό, που ήταν ενταγμένοι στον «Τζίρο». Το επόμενο έτος, νίκησε στον «Τζίρο» αλλά και στον Γύρο της Λομβαρδίας, έφθασε, όμως, στο σημείο σχεδόν να εγκαταλείψει τον αθλητισμό, λόγω του θανάτου, σε δυστύχημα στην διάρκεια αγώνα, του αδελφού του, Τζούλιο. Τελικά, επείσθη να επιστρέψει και το 1937 θριάμβευσε ξανά στον «Τζίρο». Ομως, στον Γύρο της Γαλλίας εγκατέλειψε λόγω τραυματισμού. Ηταν αποφασισμένος να νικήσει σε αυτόν τον σπουδαίο αγώνα και τα κατάφερε το 1938, ίσως και χάρη στο φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι, που δεν του επέτρεψε να μετάσχει στον Γύρο της Ιταλίας. Το 1939 θέλησε να υπερασπιστεί τον τίτλο του στη Γαλλία, αλλά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν «προ των πυλών» και η Ιταλία δεν έστειλε ποδηλάτες στη Γαλλία.

Η ζωή του Αντζελο Φάουστο Κόπι, που γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1919 στην Καστελάνια, επαρχία της Αλεσάντρια, είχε, σε κάποια σημεία, αρκετές ομοιότητες με του Μπαρτάλι. Ηταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του Ντομένικο Κόπι. Το σχολείο δεν του άρεσε. Προτιμούσε να παίρνει κρυφά το οικογενειακό ποδήλατο και να κάνει βόλτες. Στα 13 του, λοιπόν, σταμάτησε το σχολείο και έπιασε δουλειά σε κρεοπωλείο. Ενα άλλο κοινό σημείο των δύο ήταν ο θάνατος του νεότερου αδελφού του Κόπι (και συναθλητή του στην ίδια ομάδα), του Σέρσε, που το 1951 έπεσε σ’ ένα σπριντ στον Γύρο του Πιεμόντε. Επαθε εγκεφαλική αιμορραγία και πέθανε λίγο μετά.

Η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε οι θεωρούμενοι ως κορυφαίοι ποδηλάτες της Ιταλίας όλων των εποχών να βρεθούν στην ίδια ομάδα προς το τέλος του 1939. Ο Μπαρτάλι πήρε στην ομάδα του βοηθό τον Κόπι, ο οποίος τον επόμενο χρόνο νίκησε στον «Τζίρο», επωφελούμενος από μία σύγκρουση στην οποία ενεπλάκη ο Μπαρτάλι. Ετσι άρχισε ο περίφημος ανταγωνισμός τους, που χώρισε στους Ιταλούς φιλάθλους στα δύο. Στους «Κοπιάνι» και στους «Μπαρταλιάνι». Ο Τζίνο, πάντως, βοήθησε τον Φάουστο να φθάσει σ’ εκείνη τη νίκη.

Η αντιπαράθεσή τους, όμως, ήταν καθαρά αγωνιστική. Υπάρχει μια περίφημη φωτογραφία που τους δείχνει να μοιράζονται υγρά σ’ έναν αγώνα. Παρά ταύτα, οι δυο τους διαφωνούσαν επί χρόνια σχετικά με το ποιος έδωσε το μπουκάλι στον άλλον! Οι Ιταλοί ακόμη διαφωνούν γι’ αυτό…

Ο Μπαρτάλι νίκησε στον Γύρο της Ιταλίας το 1946, ξεπερνώντας ελάχιστα τον Κόπι, ο οποίος θριάμβευσε το επόμενο έτος. Παρά τον ανταγωνισμό τους, ο Μπαρτάλι βοήθησε αποφασιστικά τον Κόπι να νικήσει στον Γύρο της Γαλλίας το 1949. Στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1948, όμως, ο ανταγωνισμός τους ήταν τόσο μεγάλος, που προτίμησαν να εγκαταλείψουν, παρά να βοηθήσει ο ένας τον άλλον.

Ενας γνωστός ποδηλάτης, ο Ιταλός Ραφαέλ Τζεμινιάνι, είχε πει για τον φίλο του: «Οταν νικάει ο Κόπι, δεν έχεις ανάγκη το χρονόμετρο για να δεις τη διαφορά από τους υπόλοιπους, αλλά το ρολόι από το καμπαναριό της εκκλησίας, αφού οι διαφορές σε πολλούς αγώνες ξεπερνούν τα 10-15 λεπτά».

Παρόμοια μπορούσε να πει κάποιος και για τον Μπαρτάλι. Δυστυχώς, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στέρησε από τους αθλητές κι άλλες επιτυχίες και από τους φίλους της ποδηλασίας μεγάλες μονομαχίες.

– Πολύτιμη ήταν η βοήθεια στη συγγραφή όλου του θέματος εκ μέρους του παλαιού πρωταθλητή της ποδηλασίας και τώρα τηλεσχολιαστή του Eurosport, Σπύρου Παπαγιάννη.

Πηγή: kathimerini

Advertisements
This entry was posted in Επιλογές and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s