Ανακάρδιο

Αλεξάνδρεια, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ανακάρδιο!

Ήταν φωνή έξοχη, διάτορη, θαρραλέα, αφρός κύματος, δόνηση πάθους έμπυρη, από ένα ωχρό φάσμα του θεού Πανός, με βλέμμα διαπεραστικό, οξύ, όλο σπινθηρισμούς υπόκωφους μεταλλικούς. Εξέταζε περιπαιχτικά το ύφος μου, καθώς περιεργαζόμουν αμήχανα τα έπιπλα του δωματίου – έπιπλα στιβαρά, από συμπαγές ερυθρόχρωμο ξύλο: μπουφές τρίφυλλος με γραμμικά διακοσμητικά σχέδια, πολυθρόνες και καναπές με βελούδινη πορφυρή επένδυση και ανάγλυφες περίτεχνες απολήξεις στους βραχίονες και στα πόδια. «Ποιά να είναι άραγε η ονομασία του ξύλου αυτών των επίπλων;” Αναρωτήθηκα και έλαβα αμέσως την ευθύβολη σαρκαστική απάντηση από το απέναντι μου έμψυχο είδωλο, που διάβαζε θαρρείς και αυτές τις σκέψεις μου:

– Ανακάρδιο!

Και αντικρουστά οι κουρτίνες, τότε, οι λευκές, οι πολύπτυχες, οι διχαλωτές, οι όμορφα καμπυλωμένες πάνω στα κλειστά παραθύρια, ρίγησαν, στερεωμένες χωρίς αντίσταση στους χρυσούς γάντζους τους.

– Όλα κανονίστηκαν, ο χώρος ετοιμάσθηκε, το φως είναι διάχυτο παντού, έφτασε η ώρα της εφηβικής τόλμης, έφτασε η ώρα της μύησης, ηχηρά παιάνιζε η φωνή του γεμάτου αυτοπεποίθηση μέντορά μου.

– Κύριε Εμπειρίκο, είπα – δεν γνώριζα αν βρισκόμουν σε κάποιο δώμα πολυκατοικίας ή σε ορισμένη καμπίνα του κολοσσιαίου, μάλλον φανταστικού, υπερωκεάνιου, του «Μεγάλου Ανατολικού», του φέροντος τον τίτλο εκτενούς πολύτομου, λογοτεχνικού πορνογραφήματος του Ανδρέα Εμπειρίκου – συμφωνώ μαζί σας, ποιός μπορεί να καταπνίξει τέτοιαν ασίγαστη ορμή, διαισθάνομαι σαν έφηβος την από στιγμή σε στιγμή φανέρωση πανέμορφης γυναίκας, κλίνω προς αυτήν παιδιόθεν – πρώτου σώματος μεθυστική παραμυθία και άγγιγμα, του καρπού της αμπέλου χαμόγελο –  τώρα μάλιστα με ένστιχτο δυνατό, με φλογερό πόθο.

– Όλες οι γυναίκες είναι όμορφες, μυστηριακές, είτε γυμνές, είτε ντυμένες, είτε ολότελα κρυμμένες πίσω από σκούρα αδιαφανή πέπλα, όπως αυτές οι μελανειμονούσες και εξαφανίστηκε σαν καπνός με ένα οχληρό γέλιο.

Προς έκπληξή μου, στη θέση του προηγηθέντος φάσματος ανθρώπου, ακριβώς απέναντί μου, καθισμένες στο χαμηλό σοφά, βρίσκονταν τρεις μαυροντυμένες γυναίκες, με μπούργκα και συζητούσαν. Ανάμεσά μας υπήρχε ένα χαμηλό τραπέζι, πάνω στο οποίο διέκρινα τρία ρηχά ασημένα δοχεία – τα δύο με ξηρούς καρπούς και το ένα με βολβούς – τα οποία παρέμεναν καθώς συζητούσαν σχεδόν άθικτα. Kάποιος αναμένεται πάλι, σκέφτηκα. Σύντομα, συνειδητοποίησα πως ήμουν για τις άγνωστες εκείνες υπάρξεις ανύπαρκτος και καθώς παρακολουθούσα βουβός – ως θλιβερός αμέτοχος αυτόπτης – με αυξανόμενη απάθεια τα τεκταινόμενα, ενώ διαμείβονταν μεταξύ τους κουβέντες ακατανόητες, αισθάνθηκα ένα μούδιασμα τρόμου να εξαπλώνεται και να με παραλύει ολόκληρο. Ναι, ο ανάξιος αναφοράς και μνημόνευσης επίμονος σταθερός χτύπος εκκρεμούς, δεν ακούγονταν πια – είχε από ώρα παύσει. Μήπως ήμουν ήδη νεκρός;

Και αίφνης – προς επίρρωσιν της εφιαλτικής προαίσθησής μου, μετεωρίστηκα ανάλαφρος πάνω από τις μαυροφορεμένες γυναίκες. Ποιές ήταν αυτές και τι γύρευα εγώ εκεί απέναντί τους; Ανεμπόδιστα γλίστρησα έξω από τους τοίχους του περίκλειστου δωματίου, έτρεξα ανάερα στο πλησιέστερο λιμάνι και αιωρήθηκα πάνω από το μπουχό του λιμανιού, πέρα από την προκυμαία, πάνω από τη θάλασσα – της Αλεξάνδρειας, της Θεσσαλονίκης, ή του Πειραιά; Δεν ήξερα. – Η θάλασσα σιωπηλή και αγαπημένη παλλόταν ακόμα κάτω από ένα ελαφρύ λιπαρό πανωφόρι. Η γυναίκα μου, σκέφτηκα. Τα παιδιά μου, η μνήμη μου. Θρηνούσα απελπισμένα και ούτε οι κρουνοί των δακρύων αποκρίνονταν στην ερήμωση της ψυχής μου. Μόνος σαν τη δεκαοχτούρα γύρευα τους οικείους μου να με στεγάσουν και να με παρηγορήσουν.

–  Έφυγες πια! Μου φώναξε από την προκυμαία ένας ρακένδυτος, λιγδερός ζητιάνος.

– Κύριε Παπαδιαμάντη, σχεδόν κραύγασα, λυπηθείτε με, συνοδεύστε με στους οικείους μου ή στείλτε τους χαιρετίσματα.

– Δεν ήρθες σε εμένα τον στερημένο να σου δείξω τη λειτουργία του έρωτα, την ορθόδοξη λατρεία της κόρης, της μάνας, της νύμφης, τους αισθαντικούς λειμώνες, όπου ακούραστα ωδικά πτηνά συγχορεύουν, συμπάλλονται, με τους πολύφλοισβους χυμούς του νεανικού σφρίγους. Γιατί, παιδί μου (έλεγε και έτρεχαν τα μάτια του), έρωτας χωρίς μνήμη, έρωτας που δεν συνδέει με πρόσωπα θυσιαστικά, έρωτας χωρίς ηρωϊκή συγκράτηση και διαφύλαξη του σεβάσματος της εικόνας Της, δεν έχει θέση στο βασίλειο της αγάπης,  δεν ανοίγει τα άνθη του στον ουρανό. Είναι μεγάλη πτώση, ανήκεστη βλάβη, καταισχύνη, ξεγύμνωμα, συρρίκνωση παγερή, πληγή αθεράπευτη, καταχθόνιο έργο σαρκοβορίας ανάξιο περιγραφής. Για τα έργα ενός τέτοιου έρωτα «αισχρόν εστί και λέγειν», πόσω μάλλον «συγγράφειν τόμους βιβλίων».

– Κύριε Παπαδιαμάντη, σας εκλιπαρώ, μη παύσετε να αφηγείσθε στους εφήβους μας τις ιστορίες σας για τους ανθρώπους, τα πράγματα του βίου και τη μαγευτική φύση, μήπως τουλάχιστον αυτοί αναζήσουν από την σκοτεινή πορνεία και αρχίσουν να ζωγραφίζουν «μεθ’ έρωτος» τα ατίμητα σεβάσματα των προσώπων.

Τάσος Θεοφιλογιαννάκος

(Σημείωση Ν.Π.: Το ανακάρδιο είναι το γνωστό κάσιους ή cashew)
Advertisements
This entry was posted in Εκφορές and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s