Λάζαρε αδελφέ μου!

Σήμερα το πρωί στην αγορά, δεξιά και αριστερά μέχρι την κορυφή του ανηφορικού δρόμου, πληθώρα φρούτων και καρπών ποικιλώνυμων· σωροί από ψάρια νεκρά, σε καφάσια με πάγο· κότες και κουνέλια έτοιμα για σφαγή. Βαδίζω μετά προσοχής, αποφεύγοντας δυσώδεις οχετούς και ενέδρες απρόβλεπτων νερόλακκων, όταν ξάφνου εγείρεται μέσα μου η φράση

Λάζαρε αδελφέ μου

Λάζαρε αδελφέ μου

σα στεναγμός από το ταπεινό χώμα της ψυχής μου. Μια φράση επαναλαμβανόμενη, ακέραια, σα στίχος μεγαλοπρεπής, σαν ευώδης βασιλικός που αναθάλλει επίμονα, παράδοξα, βουβός, όλος νόημα πληρωτικό, όλος πυκνό δάκρυο

Λάζαρε αδελφέ μου

Λάζαρε αδελφέ μου

λέω και δε βρίσκω λέξεις για να συνδέσω τη φράση, για να δώσω αιτία και σκοπό σ’ αυτόν τον αναπάντεχο πίδακα συγκίνησης. Μοναχά φορτώνομαι ιδρωμένος – τη μια μετά την άλλη – σακούλες πλαστικές κατάμεστες με γνώριμους αδιαμαρτύρητους καρπούς και συνεχίζω με ανεπαρκή αραβικά να συναλλάσσομαι και σκοντάφτω σε όμορφα αχλάδια τυλιγμένα με τούλι κόκκινο και με προσκαλεί ο τελάλης, μα δεν αγοράζω. Παράπλευρα διακρίνω δύο παπαγάλους αναλφάβητους να κρώζουν, πολύχρωμοι, μέσα σε ξεφτισμένα μεταλλικά κλουβιά. Και πιο πέρα ακόμα, καρτερικά αμέτρητοι νεκροί προσμένουν, που – στοιβαγμένοι ως κατάστικτα γεώμηλα σε ψάθινους σάκκους –υποδέχονται τους διαβάτες, τους γυρολόγους, τους πελάτες – πως αλλιώς; – απαθείς. Αλλά οι γυναίκες, οι ζωντανές γυναίκες, οι πανταχού παρούσες υπάρξεις της αγοράς, δεν είναι παρά άμορφες συρρικνώσεις, πρόσωπα αφανισμένα σε ανομολόγητους θρήνους, μαλάκια κλεισμένα σε σκούρα όστρακα, αχιβάδες, σαλίγκαροι ή κρομμύδια. Το «δεύρο έξω» λοιπόν καραδοκούν – σκέφτομαι – όλα μαζί, έμψυχα και άψυχα, αλυσοδεμένα, συνένοχα, αθρόα ριγώντας σαν τα φύλλα ενός δέντρου.

Και αρχινώ πάλι τη θερμή σπαρακτική αναφώνηση

Λάζαρε αδελφέ μου

Λάζαρε αδελφέ μου

και δε βρίσκω λέξεις για να συνδέσω τη φράση σε ωραίο ποίημα, σε παιάνα θριαμβικό, νικηφόρο και βιάζομαι να αποτελειώσω, να βαλσαμώσω αυτήν την τολμηρή, τη θαρραλέα, τη ζωηρή, τη θλιμμένη, την παρακλητική αναζήτηση – επίσκεψη; – του ονόματος, με πεζά της διανοίας τεχνάσματα. Και θυμάμαι τη δασκάλα μου στην πρώτη δημοτικού να με προστάζει, κραδαίνοντας τη βέργα:

– Πες μου τους μήνες!»

– Ιανουάριος, Φεβρουάριος….

– Πόσοι είναι οι μήνες; Δύο μόνον; Άνοιξε το χέρι σου.. Άπλωσε την παλάμη σου!»

Και συνεχίζει μέσα μου το πεισματικό πλέον παραλήρημα

Λάζαρε αδελφέ μου

Λάζαρε αδελφέ μου

και δε βρίσκω λέξεις για να συνδέσω τη φράση. Ένας ξερός λυγμός, ένας κόμπος, θα μείνει στο στήθος μου, μόλις που πάει να γεννηθεί το ποίημα. Πόσα παιδιά άλλωστε δεν πεθαίνουν πριν γεννηθούν, πριν ο γοερός λυγμός τους εκστατικά αναγγείλει την άρρητη, την αλλόκοτη, την ξένη χαρά της άφιξης νέου ανθρώπου.

Και μένω χάσκοντας – κατάπληκτος ωτακουστής – και ακούω ένα γδούπο βαρύ, αδιάκοπο, σαν από σφυρί σε αμόνι, σαν από κύμα ασίγαστο, ακατάπαυστο. Και παραπονούμαι ότι αναδεύει στoυς καρπούς και στα μηλίγγια βουερό, μ’έναν ήχο μονότονο – μηχανικού ρολογιού – το αίμα μου,  παράλογα, ανόητα, χωρίς απαντοχή. Αλλά αρκεί!

Αρκεί γιατί αναβλύζει πάλι – καθώς συνθλίβομαι – και γεμίζει το στόμα μου – με της ικεσίας την ακάθεκτη ορμή, η φράση, η έκκληση, μελίρρυτη,  αληθινή

Λάζαρε αδελφέ μου

Λάζαρε αδελφέ μου

και σε αφουγκράζομαι Λάζαρε αδελφέ μου, αγέλαστο καθώς λένε, εσένα τον πράο, το μειλίχιο, πλησίον μου, στην ψυχή μου, να καταπίνεις σταγόνα σταγόνα τον πικρό καφέ που σου προσφέρω, – ψιθυρίζοντας «καθ’ημέραν θνήσκομεν» και να φωτίζεσαι όλο και πιο πολύ και να γέρνεις και να πέφτεις σαν ώριμος καρπός στο αρχαίο χώμα πάλι – ποίος μίσχος θα μπορούσε να συγκρατήσει το ύστατο βάρος σου;

Και σου μιλώ μυστικά

Λάζαρε αδελφέ μου

Λάζαρε αδελφέ μου

και σ’ερωτώ

πως εγείρεσαι έτσι – εσύ που γεύτηκες όλην την πίκρα από το πρώτο έως τον τελευταίο θάνατό σου – πως από το ταπεινό – της βορβορώδους καρδιάς μου – πυθμένα αναθάλλεις, ολόλαμπρος, μεθυστικός, με περισσή γλυκύτητα και ρέει τώρα ως μύρο ακένωτο – από τη μουχλιασμένη λάρνακα της αναπνοής μου – το χαμόγελό σου το ευσυμπάθητο και με ποτίζει και καταπαύει την ακόρεστη δίψα μου η προφορά η παρήγορη του ονόματός σου;

Λάζαρε αδελφέ μου

Λάζαρε αδελφέ μου

συνοδοιπόρε, παραστάτη σοφέ στο δεύτερο και τελευταίο, στο ζωηφόρο θάνατο που μας δώρησε ο σπλαχνικός Κύριος μας!

Τάσος Θεοφιλιγιαννάκος

Σάββατο του Λαζάρου, Αλεξάνδρεια, 16 Απριλίου 2011

Advertisements
This entry was posted in Εκφορές and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s