Θανάτω θάνατον πατούντες!

Του Τάσου Θεοφιλογιαννάκου

Η κατάκριση του άλλου εμφανίζεται ως ψυχολογική αναπόδραστη ανάγκη από την κακοφορμισμένη πληγή του σκοτισμένου νοός μας. Βαδίζουμε σε πηχτό σκοτάδι. Ζηλεύουμε θανάσιμα όσους είναι έξω από εμάς, μακριά από την άραχλη ζωή μας. Δεν επιτρέπεται σε άλλους το φως, η ζωή, η ελπίδα, η ξέχωρη μοίρα. Δικαιωνόμαστε ευτελίζοντας, υποτιμώντας με απλοϊκές κρίσεις, σαρκάζοντας πικρόχολα, αναπληρώνοντας τη μειονεξία μας με «ευσυμπάθητους»  θρήνους, με παράπονα ορμώμενα από διορατικές «έξυπνες» παρατηρήσεις -αιτιάσεις, εξουθενώνοντας με πειστικά επιχειρήματα.

Όμως, όταν δεν κατακρίνουμε οφείλουμε να πεθαίνουμε θαρραλέα. Με θάνατο λύνουμε το γόρδιο δεσμό της ύπαρξής μας. Με απλές ανδρείες περήφανες κινήσεις ομολογούμε την παγερή ζοφώδη νύχτα εντός μας, αφαιρούμε το κάλυμμα του εγωϊσμού μας, περιτέμνουμε την πισσώδη μεμβράνη της απεγνωσμένης – πλην όμως μεθυστικά αυτάρεσκης μόνωσής μας – και ανοιγόμαστε στην ερωτική δοξολόγηση των ελεύθερων πετούμενων, αναγνωρίζοντας τον αναφαίρετο πλούτο μας, τους σύντροφους τους ταπεινούς και μειλίχιους της καρδιάς μας, που σαν βιβλία παραμυθητικά (παπαδιαμαντικά) – γραμμένα για εμάς τους φτωχούς, τους τιποτένιους της γης – με λέξεις – φράσεις φιλοδωρήματα, σαν την αμφιλαφή κρήνη του θεϊκού ελέους μας ξεδιψούν, μας υποστηλώνουν.

Εμείς είμαστε οι μπερδεμένοι. Ναι. Με θάνατο λοιπόν, με εκούσιο όμως θάνατο, θυσιαστικό, με βηματισμό τολμηρό, θα κόψουμε το σκοινί, θα λύσουμε τον τρομερό κόμπο και θα ανακράξουμε τρισευτυχισμένοι ότι «Θεὸς ὁ δικαιῶν·  34 τίς ὁ κατακρίνων; Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καί ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν.  35 τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;  36 καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς.  37 ἀλλ᾿ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.  38 πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα  39 οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν»(Προς Ρωμαίους, Κεφ. 8).

Ναι, ναι κανένας θάνατος του κόσμου αυτού, καμμία φθορά δε μας εμποδίζει να είμαστε έμπλεοι χαράς, γιατί εμείς – οι μικροί, οι φοβισμένοι, οι πεσμένοι, οι χιλιομπερδεμένοι και αποτυχημένοι – δυνάμεθα, εάν αναθαρρούμε με πίστη, θανάτω θάνατον πατούντες να ανοίγουμε διάπλατα την αυλαία του φωτός και να κολυμπάμε ακούραστα – με τρελό χτυποκάρδι – στην αισιοδοξία.

Advertisements
This entry was posted in Αντίλογοι and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s