Μακάριοι οι πτωχοί…

του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

«Οι συμπτώσεις», λέει ένας σύγχρονος γέροντας, «είναι το καλιτεχνικό ψευδώνυμο του Θεού». Και ιδού μια –ή μάλλον δύο– συμπτώσεις. Το Σάββατο 14 Ιουλίου, γιορτάστηκε η μνήμη του οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ενός άγνωστου στου πολλούς τιτάνα της Τουρκοκρατίας. Το τυπικό της Εκκλησίας ορίζει στις μνήμες οσίων να διαβάζεται στη Λειτουργία Ευαγγέλιο ένα απόσπασμα από την «Επί του Όρους Ομιλία» του Ιησού από το «Κατα Λουκάν». Σ’ αυτό ακούμε τον Χριστό να λέει εκείνο το «μακάριοι ο πτωχοίτι μετέρα στν  βασιλεία το Θεο(Λουκάς, 6, 20). Η ιδιαιτερότητα της καταγραφής της φράσης από τον Λουκά βρίσκεται στο ότι μιλάει για φτωχούς και όχι για «φτωχούς τῷ πνεύματι», όπως ο Ματθαίος (5,3). Μακαρίζεται η φτώχεια από τον πάμφτωχο Ιησού, μια φτώχεια που η σημερινή χριστιανοσύνη τείνει να την ξεχνάει, που, όπως ο ίδιος λέει αλλού, «οκχει πο τν κεφαλν κλίν…» (Ματθαίος 8,20). Φράσεις παροιμιώδεις, σε κοινή χρήση στη γλώσσα μας, αλλά λησμονημένες στην πράξη. Λέει ο άγιος Νικόδημος κάπου, σ‘ έναν λόγο του στη Γέννηση, ότι «πειδ  κόσμος, χι μόνο βδελύσσεται τν φτώχεια κα τν θεωρε μεγάλη ντροπή, λλ παρακινε κόμη τος φτωχος νποκρίνονται κα ν παριστάνουν τος πλουσίους, γι᾿ ατ κριβς  ησος Χριστς δν νιώθει ντροπ γι τν φτώχειά του.»1

Η σύμπτωση τώρα, έχει να κάνει με την παγκόσμια φτώχεια κι απόγνωση για τους πολλούς, σ’ αυτή την αδυσσώπητη κρίση, που πολλά δεινά έχει σωρρεύσει και θα συνεχίζει να σωρρεύει στον κόσμο. Η ευαγγελική φτώχεια, βέβαια, εκείνη η «ντιμος πενία» του Παπαδιαμάντη, που τον συνόδευσε σ’ όλη του τη ζωή, και που έντυσε με σιωπηλή αξιοπρέπεια γενιές και γενιές Ελλήνων δεν έχει να κάνει μ’ αυτή την αναγκαστική φτώχεια, στην οποια βυθίζεται καθημερινά ένα μεγάλο μέρος του κόσμου μας. Σαν αρπαχτικά έχουν πέσει πάνω στους πολλούς οι λίγοι σύγχρονοι κονκισταδόρες του αμύθητου πλούτου, όπως ακριβώς ανελέητα έπεσαν πάνω στους ανυποψίαστους Ινδιάνους οι Ισπανοί του Κολόμβου. Κι όπως εκείνοι τόλμησαν την πιο αφάνταστη ύβρη, να διαπράξουν δηλαδή τα ανελέητα εγκλήματά τους, ανήκουστα ως τότε για την ανθρωπότητα, στο όνομα του πάμφτωχου Χριστού, έτσι κι οι σύγχρονοι τραπεζίτες-κονκισταδόρες ντύνουν τα ματωβαμένα χέρια τους με την προβιά της χρηστομάθειας που λέγεται λιτότητα. Ενώ οι ίδιοι έχουν κορώσει από την απληστία, κίτρινοι από τον πυρετό του χρυσού, ζητούν από τους υπόλοιπους να δείξουν πνεύμα ασκητικό!

Οι κονκισταδόρες της αγοράς

Η αντιπαραβολή των σύγχρονων τραπεζιτών με τους Ισπανούς κονκισταδόρες του Νέου Κόσμου δεν είναι τυχαία. Η πρωτοφανής βαρβαρότητα που εξαπέλυσε ο ευρωπαϊκός «πολιτισμός» σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο,

παντελώς άγνωστη ακόμα και σ’ εκείνους που οι Έλληνες ονόμαζαν «βαρβάρους», την οποία γεύτηκαν πρώτοι-πρώτοι οι δικοί μας πρόγονοι στα χρόνια των Σταυροφόρων, ίδια κι απαράλαχτη είναι με την σημερινή βαρβαρότητα που οι «πολιτισμένοι» ονομάζουν αγορά. Κι αν τότε λέγανε πως έχουν το δικαίωμα να μακελεύουν τον κόσμο στο όνομα της «ανωτερότητας» της θρησκείας τους, στο όνομα του χριστιανισμού τους, που καμμιά σχέση δεν έχει με τον χριστιανισμό των Πατέρων μας, τώρα βρήκανε την αγορά, αυτό το μεγάλο αγαθό του ελληνικού πολιτισμού, για να στηρίξουν τάχα τις ανομίες τους και να την χλευάσουν.

Γιατί καμμιά σχέση με την αγορά που γέννησε και γεννά τη Δημοκρατία δεν έχει όλος τούτος ο πυρετός του χρυσού των χρηματιστών. Ίσα-ίσα, αγορά σημαίνει μετριασμός της ασίγαστης απληστίας, ακριβώς λόγω της συν-ευρέσεως του πάθους, που φυτρώνει σ’ όλους, πλούσιους και φτωχούς. Συνακόλουθα, μετριασμός των παθών σημαίνει ανάδυση του λογικού ανθρώπου, γέννηση αυτού που εμείς ονομάζουμε πολιτισμό, ανάδυση της πολιτικής, εν τέλει, με τον αυτούσιο χαρακτήρας της, της διαπραγμάτευσης, δηλαδή, μέσα στην αγορά των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του καθενός.

Οι χρηματοτοκιστές της «αγοράς», που ολοένα βυθίζουν στο σκοταδι χώρες ολόκληρες, σα εκείνα τα παραδεισένια νησιά που έφτασαν κάποτε τα αποβράσματα του Κολόμβου, για να τα μετατρέψουν σε απέραντη κόλαση, έτσι κι οι σημερινοί ιεραπόστολοι της απληστίας (μοναχά της δικής τους απληστίας, βέβαια, αφού η απληστία των άλλων είναι αμαρτία κολάσιμη) βάλθηκαν να εξοντώσουν ό,τι κινείται και να συλλέξουν και το παραμικρό ψήγμα χρυσού στις αποθήκες τους. Αλλά φαίνεται πως υπήρξανε στη γη και πλούσιοι πιο πολιτισμένοι, που είχαν, αν μη τι άλλο, μια πιο αναπτυγμένη αυτεπίγνωση. Κουραφέξαλα, θα πείτε. Κι όμως. Δεν είναι όλοι οι κατακτητές ίδιοι. Άλλο πράγμα ο Ταμερλάνος –αν και οι δικές του βαρβαρότητες είναι απλοϊκές μπροστά στην οργανωμένη βαρβαρήτητα που λέγεται σύγχρονη τράπεζα– κι άλλο ο Μεγαλέξανδρος. Όχι, δεν την ψώνισα, ούτε προσχώρησα στις βαρβαρικές (και βαθειά αθελληνικές) απλοϊκότητες της «Χρυσής Αυγής», περί ανωτερώτητας κ.λπ.

Η απόγνωση του Ωνάση

Ιδού μια δεύτερη σύμπτωση: Την εβδομάδα που μας πέρασε κυκλοφόρησε σα σύνθημα στο διαδίκτυο μια προφητεία του Ωνάση, λίαν διαφωτιστική για όσα γράφω παραπάνω: «Θά ’ρθει μια μέρα, που η απλησία της ιδιοκτησίας, του πλούτου και της έπαρσης θα αποθηκευτούν στις τράπεζες, στις πολυεθνικές και σε τόσο λίγους, που οι πολλοί μη κατέχοντες θα ξεσπάσουν σαν θεομηνία, που θα κάνει τη ζωή των ολίγων κατεχόντων κόλαση…» Υπάρχουν, άρα, ή τουλάχιστον υπήρξαν, και πλούσιοι που γνωρίζουν τα όρια της ύβρεως. Μπορεί κι αυτοί να τα ξεπέρασαν, αλλά πικρά διαπίστωσαν, εν τέλει, πως κοινή είναι η μοίρα των ανθρώπων, πλούσιων και φτωχών: ο θάνατος.

Ίσως αυτή ακριβώς η ενατένιση του θανάτου, τόσο χαρακτηριστική του ελληνικού πολιτισμού, που τόσο ο ίδιος δόξασε τη χαρά της ζωής, είναι που μετριάζει κάπως τους ανθρώπους, δίνει ένα μέτρο, παναπεί, που πάνω του χτίζεται ο πολιτισμός και εξοστρακίζεται η βαρβαρότητα. Εάν τολμάς να πιστεύεις, σαν τον πλούσιο του Ευαγγελίου και σαν τους σημερινούς «ολίγους», πως είσαι αθάνατος, μόνο και μόνο γιατί φόρεσες πουκάμισο το χρυσάφι, τότε κανένας αιμοσταγής βάρβαρος δεν μπορεί να συγκριθεί με τη δική σου ποτισμένη στο αίμα και την απόγνωση βαρβαρότητα. Όταν αργά ή γρήγορα συναπαντηθείς με τον μαύρο καβαλάρη του θανάτου, τότε μπροστά στα στερνά σου θα ξεγυμνωθούν τα πρώτα κούφια.

Ψάχνοντας να τεκμηριώσω τη φράση του Ωνάση, που μου φάνηκε καλή για ανθολόγηση, έπεσα πάνω σ’ ένα κείμενο του Δημήτρη Λιμπερόπουλου, του δημοσιογράφου που διατηρούσε φιλική σχέση με τον Αριστοτέλη Ωνάση, για τα στερνά του Έλληνα κροίσου. Πικρά ο ίδιος κατάλαβε, μετά τον ξαφνικό θάνατο του γιου του Αλέξανδρου, πως όλο το χρυσάφι της γης δεν φτάνει να δώσει ζωή σ’ έναν άνθρωπο που πεθαίνει. Εάν μάλιστα συμβαίνει ο άνθρωπος αυτός να έχει δώσει τη ζωή του σ’ αντάλλαγμα του χρυσού, τότε η πικρή διαπίστωση του θανάτου μας φέρνει πάλι αντιμέτωπους με το καίριο της ευαγγελικής σοφίας: «τί δώσει νθρωποςντάλλαγμα τς ψυχς ατο (Μάρκος 8, 37).

Στην περίπτωση του Ωνάση, λοιπόν, μοιάζει νά ’ναι άλλο πράγμα να κρατάει η σκούφια σου απ’ τον σοφό Σόλωνα –και δεν είναι ρατσιστικό αυτό, γιατί μιλάω για την πανανθρώπινη στον χαρακτήρα της κληρονομιά του πνεύματος κι όχι για τη στενόκαρδη βαρβαρότητα του αίματος. Έτσι υπάρχει περίπτωση να θυμάσαι κάπως κι εκείνο το «μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε» που ξεστόμισε ο νομοθέτης της Αθήνας μπροστά στον καυχώμενο πολύχρυσο Κροίσο.

Εκείνο που μου έκανε εντύπωση στα γραφομενα περί Ωνάση είναι το ότι κι αυτός ακόμα ο πάμπλουτος άνθρωπος μοιράζεται την ίδια αγωνία, μαζί με όλους τους άλλους ορθόδοξους χριστιανούς για τέλη «ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά». Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, θα μού πείτε. Συγκλονιστικό νομίζω επίσης εκείνο το «ήμαρτον Θεέ μου, θυμόμαστε τα δικά μας παιδιά και ξεχνάμε αυτά που  χάθηκαν στη Μικρασιατική καταστροφή!», που το ξεστομίζει, σε απόλυτη απόγνωση ων από το θάνατο του δικού του παιδιού, μπροστά στη χαροκαμένη αδελφή του.

Ε, ναι, ρε παιδιά! Απέναντι σ’ αυτή την οργανωμένη βαρβαρότητα του σημερινού αυτιστικού τοκογλυφικού πλούτου υπάρχει και ο εξωστρεφής πλούτος που περηφενεύεται «πως δημιουργήσαμε πόρους ζωής εις 8.000 οικογένειες», όπως έλεγε πάλι ο Ωνάσης. Υπάρχει κι ένας πλούτος που δίνεται και που τον γνωρίσαμε στις περιπτώσεις των μικρών και των μεγαλύτερων ευεργετών. Αγαθό, βέβαια, για τον πολιτισμό μας δεν είναι ο πλούτος –ούτε φυσικά η ένδεια, κατά το «πλοῦτον δὲ καὶ πενίαν μή μοι δῷς» του Παροιμιαστή (Παροιμίες 30, 8). Αλλά όπως και να το κάνουμε η αποχαλίνωση των σημερινών τοκογλύφων είναι πέρα από κάθε όριο. Γιατί αυτοί πολύ απλά θα έστελναν τους 8.000 του Ωνάση στην ανεργία για να τοκίσουν τους μισθούς τους ή θα τους έκαναν 1.000 με μισθούς Κίνας, που δεν θα μπορούσαν να θρέψουν, φυσικά, καμιά οικογένεια.

Οι σοσιαλισμοί του Κάιν

Εν κατακλείδι, στην αμαρτία μετέχουμε όλοι, σαν γνήσια παιδιά της εποχής μας. Κι αν οι λίγοι πλούσιοι έχουν χάσει κάθε μέτρο και κάθε λογική στην απληστία τους κι εμείς οι πολλοί άπληστοι γινόμαστε κι ελόγου μας, αφού το πλείστον δεν μας πολυνοιάζει η ύβρις, αλλά το γιατί να μην είμαστε εμείς στη θέσης τους. Κάπου εδώ το ηθικό πλεονέντημα του φτωχού χάνεται. Κάπως έτσι, απόγονοι, κατά κανόνα, του Ιούδα του Ισκαριώτη και του Κάιν πολλοί από τους κοινωνικούς αναμορφωτές κατάφεραν αντί να φέρουν τον παράδεισο του σοσιαλισμού που υποσχέθηκαν, ν’ ανοίξουνε τις πύλες της κόλασης. Στην ίδια συνέντευξη όπου ο Ωνάσης προφητεύει τη λαϊκή θεομηνία κατά των πλουσίων υπάρχει και η εξής διαφωτιστική στιχομυθία μεταξύ του εφοπλιστή και του δημοσιογράφου: «-Μα, υπάρχει και ο κομμουνισμός, η ελπίδα των κολασμένων, τόλμησα να σχολιάσω. Με ξανακοίταξε, μου έριξε ούζο στο ποτηράκι μου και είπε (ο Ωνάσης): -Μεγάλες ιδέες υπάρχουν, μικροί είναι οι άνθρωποι να τις γονιμοποιήσουν δημιουργικά…»

Αν υπάρχει η χρηματοπιστωτική απληστία που μας πνίγει, το ίδιο μας πνίγουν και τα μεγάλα λόγια που τα λένε άνθρωποι μικροί από την απληστία της δικής τους ιδιοτέλειας. Κι αν ίσως κάποιοι πράγματι το εννοούν να κάνουν κάτι για ν’ αλλάξει ο κόσμος, ας θυμούνται ότι «μακάριοι οι φτωχοί γιατί δική σας είναι η Βασιλεία των Θεού». Ή, όπως το λέει πάλι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «γι’ αυτό το θέμα να συζητήσεις με το Πανάγιο βρέφος, τον Ιησού, και να νοιώσεις ντροπή μπροστά του, που ως τώρα είχες σε τόση υπόληψη και αγάπη εκείνα τα πλούτη που το Θείον Βρέφος τόσο καταφρονεί κι ακόμη πως ένοιωθες τόσο μίσος και καταφρόνηση για την πτωχεία εκείνη και την ευτέλεια που αυτό τόσο αγαπά»2.

Είπαμε. Άλλο κατάκτηση της Δύσης κι άλλο Τουρκοκρατία…

ΥΓ.: Σε διπλανή στήλη δημοσιεύουμε τα τέλη του αείμνηστου Αριστοτέλη Ωνάση, έτσι όπως τα περιγράφει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Λυμπερόπουλος. Άκρως διδακτική η αφήγηση, μας θύμισε ξεχασμένες αξίες του πολιτισμού μας, που τόσο βιαστικά τις ξεπουλάμε για ένα σκέτο πιάτο τουριστικού συναλλάγματος και επιδοτήσεων…
Σημείωση:
1. Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, Εις την Γέννησιν του Ιησού Χριστού, γλωσσική απόδοση Αγάθη Θεοδοσίου, περιοδικό «Θεοδρομία», Τριμηνιαία έκδοση ορθοδόξου διδαχής, τεύχος 4, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1999.
2. Όπου παραπάνω.
Advertisements
This entry was posted in Αντίλογοι and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s